Τετάρτη 02 Απριλίου 2025 23:10 Πολιτική Ομιλία του Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη στη Βουλή, στη συζήτηση με αντικείμενο την ενημέρωση του Σώματος για τον προγραμματισμό των αμυντικών εξοπλισμών και την αμυντική πολιτική της χώρας (vid) Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, «το τίμημα της ελευθερίας είναι η διαρκής επαγρύπνηση», έλεγε προ δύο αιώνων ο Αμερικανός Πρόεδρος Τόμας Τζέφερσον. Τίμημα το οποίο η πατρίδα μας καταβάλλει σήμερα, με ευθύνη και με συνέπεια, αναγνωρίζοντας πως δεν μπορεί να υπάρχει καμία προκοπή χωρίς ασφάλεια. Απόδειξη γι’ αυτό είναι και το αντικείμενο της σημερινής μας συνεδρίασης, που δεν είναι άλλο από τον μακροπρόθεσμο προγραμματισμό των αμυντικών δαπανών. Θα έλεγα ότι είναι ένα συνολικό σχέδιο, το οποίο αφορά, κατά την άποψή μας, στον πιο δραστικό μετασχηματισμό των Ενόπλων Δυνάμεων στη σύγχρονη ιστορία του τόπου. Όταν, εξάλλου, μιλάμε για πόρους που αφορούν στην Εθνική Άμυνα, δεν εννοούμε, προφανώς, μόνο τις δαπάνες, μόνο τις επενδύσεις για τους στρατιωτικούς εξοπλισμούς, όσο πρωτίστως την πάγια, τη σταθερή επένδυση της πατρίδας μας να μένει ισχυρή, σταθερή, ανεξάρτητη, σε έναν κόσμο ο οποίος αλλάζει με απρόβλεπτους ρυθμούς. Αναφερόμαστε, συνεπώς, σε μια πολιτική η οποία συνδέεται και η οποία αλληλεπιδρά με όλο το φάσμα των συλλογικών μας συμφερόντων. Γιατί, σε ένα πρώτο επίπεδο, η σημασία των ισχυρών Ενόπλων Δυνάμεων είναι κάτι παραπάνω από προφανής. Χάρη σε αυτές -για να είμαι πιο ακριβής, χάρη και σε αυτές- η χώρα μας απέτρεψε κινδύνους, όπως οι μεταναστευτικές ροές στον Έβρο, υπερασπίστηκε τα δίκαιά της σε κάθε κρίση που εκδηλώθηκε στο Αιγαίο, ενώ ήδη διαθέτει στρατηγικές συμφωνίες με κράτη όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Γαλλία, συμμαχίες οι οποίες παρέχουν εγγυήσεις ασφάλειας σε ένα ανασφαλές διεθνές περιβάλλον. Σε ένα δεύτερο επίπεδο, προφανώς και η άμυνα αναδεικνύεται και σε έναν πυλώνα ευημερίας. Γιατί χωρίς τη δική της ασφάλεια δεν υπάρχουν ούτε οι προϋποθέσεις για να αναπτυχθεί η οικονομία, ούτε και οι προϋποθέσεις για να σφυρηλατηθεί η κοινωνική συνοχή. Ενώ, σε ένα τρίτο επίπεδο, η προάσπιση της εθνικής ανεξαρτησίας δεν μπορεί -και θα επιμείνουμε σε αυτό- να χρηματοδοτείται παρά μόνο από ανθεκτικά δημόσια ταμεία. Κάτι που σημαίνει ότι με τη σειρά της η δημοσιονομική ευρωστία γίνεται καθοριστικός μοχλός και επιτελεί καθοριστικό ρόλο για μια αποτελεσματική εθνική θωράκιση. Με άλλα λόγια, εάν δεν υπάρχει προστασία από εξωτερικές απειλές, δεν υπάρχει βιώσιμη ανάπτυξη, επενδύσεις, τουρισμός, καινοτομία. Τα πάντα απαιτούν ένα σταθερό και ένα ασφαλές περιβάλλον. Ποιος, άλλωστε, θα τοποθετούσε τα κεφάλαιά του σε μια χώρα η οποία έχει αφύλακτα τα σύνορά της; Και ποιος θα πάρει το ρίσκο να επιχειρήσει σε ένα κράτος του οποίου η κυριαρχία δεν είναι άτρωτη; Από την άλλη πλευρά, πώς είναι δυνατόν όλα αυτά να εδραιώνονται χωρίς μια ισχυρή οικονομία; Το παλαιότερο δίλημμα, λοιπόν, το οποίο το ακούγαμε συχνά κυρίως από την αριστερά, «κανόνια ή βούτυρο», αποδεικνύεται ένα δίλημμα το οποίο είναι σαθρό αλλά και επικίνδυνο, ιδίως σήμερα. Σε μια πραγματικότητα όπου ο παγκόσμιος χάρτης των γεωπολιτικών συμφερόντων αναδιατάσσεται, συχνά με τρόπο δραματικό, με πολέμους οι οποίοι πλέον αμφισβητούν σύνορα και διεθνές δίκαιο, με δασμούς -αναμένουμε σήμερα, εξάλλου, τις εξαγγελίες του Αμερικανού Προέδρου, αλλά σίγουρα μπαίνουμε πια σε ένα περιβάλλον όπου οι δασμοί ενδέχεται να απειλούν συνολικά τις παγκόσμιες διεθνείς οικονομικές σχέσεις. Και βέβαια, σε έναν κόσμο στον οποίο η τεχνολογία γίνεται όπλο παρέμβασης, όχι μόνο για να πληγεί η εξωτερική ασφάλεια κρατών αλλά και να διαταραχθεί, συχνά, η εσωτερική ισορροπία των κοινωνιών. Στην Ευρώπη η συνεχιζόμενη κρίση, η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, δοκιμάζει όλη την αρχιτεκτονική ασφάλειας μετά τον Ψυχρό Πόλεμο. Παράλληλα, στη Μέση Ανατολή η αστάθεια εντείνεται καθώς, δυστυχώς, τις εύθραυστες εκεχειρίες τις διαδέχεται ξανά η ωμή βία, προκαλώντας νέες ανθρωπιστικές κρίσεις και πυροδοτώντας και πάλι τη μάστιγα της τρομοκρατίας. Ενώ αυτό το επικίνδυνο παζλ το συμπληρώνει πρόσφατα και η αβεβαιότητα της Συρίας, που ανά πάσα στιγμή μπορεί να διαχυθεί σε ολόκληρη την περιοχή. Και αυτή τη φορά δεν πρόκειται για μεμονωμένες περιφερειακές εξάρσεις. Έχουμε να κάνουμε με κομμάτια ενός δυσεπίλυτου γρίφου που αφορά ευρύτερες μετατοπίσεις ισχύος, όχι μόνο γεωπολιτικής και στρατιωτικής, αλλά και οικονομικής και τεχνολογικής, με εξελίξεις που μεταβάλλουν τις διεθνείς σχέσεις και επαναξιολογούν παραδοσιακές συμμαχίες. Συνεπώς, και οι στρατηγικές επιλογές της πατρίδας μας, με αυτά τα νέα δεδομένα, καθίστανται απολύτως κρίσιμες. Πολύ περισσότερο όταν, από τη μία πλευρά, η αμυντική αντίληψη της νέας ηγεσίας των ΗΠΑ φαίνεται να διαφοροποιείται σε σχέση με τον ρόλο του ΝΑΤΟ. Και από την άλλη, όταν οι οικονομικοί σχεδιασμοί της υπερδύναμης φαίνεται να αποκλίνουν από ένα πλαίσιο ελεύθερων συναλλαγών που ίσχυαν ως τώρα. Έτσι, από την Αρκτική έως τον Ινδο-ειρηνικό οι ισορροπίες διαφοροποιούνται, κάτι που συνεπάγεται και νέες προκλήσεις για όλη την ευρωπαϊκή ήπειρο, για την Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά και για χώρες όπως η δική μας, μικρές, ίσως, σε έκταση και πληθυσμό, όμως, μεγάλες σε σημασία και δυναμισμό. Γι’ αυτό και θα το ξαναπώ: Οι επενδύσεις στις αμυντικές μας δυνατότητες είναι επενδύσεις στην κυριαρχία μας, επενδύσεις που αφορούν την προστασία της εθνικής αξιοπρέπειας. Ταυτόχρονα, όμως, είναι και πρωτοβουλίες που ισχυροποιούν την ελληνική διπλωματία, ενδυναμώνοντας τον ρόλο της πατρίδας μας σε πολλά και παράλληλα πεδία: από την παγκόσμια πρόκληση του μεταναστευτικού μέχρι τους νέους συσχετισμούς που διαμορφώνονται στους ενεργειακούς δρόμους. Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, με βάση τα παραπάνω γίνεται σαφές ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση συνολικά καλείται να επαναπροσδιορίσει την θέση της στον χάρτη των διεθνών συμφερόντων και των παγκόσμιων γεωπολιτικών ισορροπιών. Η Ελλάδα εδώ και καιρό, και εγώ προσωπικά, έχει μιλήσει για το ζήτημα της στρατηγικής αυτονομίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στην αρχή ήμασταν λίγοι αυτοί που υπερασπιζόμασταν αυτή τη θέση. Όμως, αντιλαμβανόμενοι οι Ευρωπαίοι εταίροι μας και τις σημαντικές αλλαγές στον παγκόσμιο γεωπολιτικό χάρτη, αποφάσισαν να κάνουν σημαντικά βήματα προς τη σωστή κατεύθυνση. Προς μια κατεύθυνση η οποία όχι απλά ενισχύει τη στρατηγική αυτονομία της Ευρώπης αλλά είναι και απολύτως συντονισμένη με πάγιες ελληνικές θέσεις, οι οποίες καλύπτονται απόλυτα από τις τελευταίες αποφάσεις για την άμυνα του πρόσφατου Ευρωπαϊκού Συμβουλίου. Πολλοί θεωρούσαν, θέλω να θυμίσω, αυτές τις εξελίξεις ως ανέφικτες. Όμως, καταφέραμε με μεθοδική δουλειά να πετύχουμε ευρωπαϊκές αποφάσεις που είναι προς όφελος των εθνικών συμφερόντων. Η πιο σημαντική, ίσως, αφορά την ενεργοποίηση για την επόμενη τετραετία της λεγόμενης ρήτρας διαφυγής, ενός εργαλείου, δηλαδή, που δίνει στην Ελληνική Κυβέρνηση πρόσθετο δημοσιονομικό χώρο να ενισχύσει τις επενδύσεις στην άμυνα, πρόσθετες επενδύσεις οι οποίες δεν θα συνυπολογίζονται στις «οροφές» δαπανών, όπως αυτές προσδιορίζονται από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Αυτό δίνει στη χώρα μας έναν πρόσθετο δημοσιονομικό χώρο έτσι ώστε να μπορέσει απρόσκοπτα να υλοποιήσει το πρόγραμμα για το οποίο θα μιλήσουμε στη συνέχεια. Θέλω, όμως, να πω και κάτι ακόμα: ανεξαρτήτως των δημοσιονομικών δυνατοτήτων που η Ελληνική Κυβέρνηση έχει ως αποτέλεσμα της ρήτρας διαφυγής, αυτή η δημοσιονομική ευελιξία σε καμία περίπτωση δεν πρέπει και δεν θα γίνει αφορμή για υπερβολές. Όχι μόνο γιατί οι αγορές μας παρακολουθούν και μας κρίνουν, αλλά και διότι οι επιδόσεις της οικονομίας συνολικά αποτελούν από μόνες τους σημαντικούς παράγοντες ασφάλειας και σταθερότητας. Στη σωστή κατεύθυνση επίσης κινείται και το Ταμείο SAFE, ύψους 150 δισεκατομμυρίων ευρώ. Ένα χρηματοδοτικό εργαλείο το οποίο επιτρέπει στις 27 χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης να αυξήσουν τις επενδύσεις τους στην ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία. Θέλω να τονίσω ότι το Ταμείο SAFE αφορά δάνεια τα οποία μπορούν να δοθούν στα κράτη μέλη με προνομιακούς όρους. Δεν αφορά, ουσιαστικά, επιδοτήσεις. Δεν είναι δηλαδή ένα Ταμείο το οποίο έχει αντίστοιχα χαρακτηριστικά με το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας. Η άποψη της Ελληνικής Κυβέρνησης είναι ότι κάποια στιγμή η Ευρώπη θα πρέπει να συζητήσει και τη δημιουργία ενός ευρωπαϊκού ταμείου, το οποίο θα μπορεί να είναι εστιασμένο, με ευρωπαϊκούς πόρους, στη χρηματοδότηση έργων κοινής ευρωπαϊκής ωφέλειας, όπως, παραδείγματος χάρη, η δημιουργία μιας ευρωπαϊκής αντιπυραυλικής ασπίδας που θα καλύπτει όλες τις ευρωπαϊκές χώρες και θα μπορεί να χρηματοδοτηθεί από ευρωπαϊκούς πόρους που θα διατεθούν στη συνέχεια στα κράτη μέλη με τη μορφή επιδοτήσεων και όχι με τη μορφή δανείων. Δεν είμαστε, όμως, εκεί ακόμα. Έχουμε κάνει, όμως, ένα σημαντικό βήμα. Και το σχέδιο ReArm, το οποίο ήρθε προς ψήφιση στο Ευρωκοινοβούλιο, θέλω να τονίσω ότι ψηφίστηκε από τους Ευρωβουλευτές της Νέας Δημοκρατίας και του ΠΑΣΟΚ, καταψηφίστηκε όμως από τον ΣΥΡΙΖΑ, από το Κομμουνιστικό Κόμμα -καμία έκπληξη εδώ-, από την Πλεύση Ελευθερίας, ενώ οι «υπερπατριώτες» της Ελληνικής Λύσης, της Νίκης, και της Φωνής Λογικής προτίμησαν να απέχουν. Ας βγάλει, λοιπόν, ο καθένας τα συμπεράσματά του για το ποιοι είναι οι πατριώτες στην πράξη και ποιοι οι πατριώτες στα λόγια. Δεν θα μιλήσω αναλυτικά, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, για την αντίληψή μας για την άμυνα και για τα όσα πετύχαμε αυτά τα σχεδόν έξι χρόνια που μας έχει εμπιστευτεί ο ελληνικός λαός. Οφείλω όμως να επισημάνω ότι τον Ιούλιο του 2019, όταν για πρώτη φορά οι Έλληνες πολίτες μας εμπιστεύθηκαν, παραλάβαμε μία κατάσταση στις Ένοπλες Δυνάμεις άκρως προβληματική ως αποτέλεσμα σε μεγάλο βαθμό μίας αποεπένδυσης, η οποία, προφανώς, συνόδευσε τις συνολικές επιδόσεις της οικονομίας, τα χρόνια της κρίσης. Έπρεπε, λοιπόν, να κινηθούμε με πολύ γρήγορους ρυθμούς και το πράξαμε. Σήμερα η εικόνα των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων δεν έχει καμία σχέση με αυτή την οποία παραλάβαμε το 2019: 24 καινούργια μαχητικά Rafale, με τον πιο σύγχρονο εξοπλισμό. Τρεις νέες φρεγάτες Belh@rra, που θα αποτελούν τα πιο σύγχρονα πλοία που θα πλέουν στην Ανατολική Μεσόγειο, η πρώτη, η φρεγάτα «Κίμων» θα παραληφθεί από το Πολεμικό Ναυτικό εντός του 2025. Μη επανδρωμένα αεροσκάφη Heron, υπερσύγχρονα ελικόπτερα ανθυποβρυχιακού πολέμου Romeo, νέες τορπίλες οι οποίες εξοπλίζουν πλέον τα υποβρύχιά μας. Όμως, και μία συνολική προσπάθεια, κυρίες και κύριοι, που νομίζω ότι έχει ξεχωριστή σημασία, να επενδύσουμε στην υποστήριξη οπλικών συστημάτων, για τα οποία ο Έλληνας φορολογούμενος είχε δαπανήσει δισεκατομμύρια, πλην, όμως, κάποιοι στο παρελθόν δεν είχαν προνοήσει ώστε να υπάρξουν πόροι για τις απαραίτητες συμβάσεις υποστήριξης αυτών των οπλικών συστημάτων, τα λεγόμενα «follow on support». Και εκεί κάναμε μαζί με τον Υπουργό, και τον νυν και τον προκάτοχό του, μία μεγάλη προσπάθεια, έτσι ώστε να μπορέσουμε να διορθώσουμε αστοχίες του παρελθόντος. Με αποτέλεσμα, σήμερα, να έχουμε, για παράδειγμα, έναν επιχειρησιακό στόλο μεταγωγικών αεροσκαφών C-13 και C-27, δεν θέλω να αναφερθώ στην Εθνική Αντιπροσωπεία στην κατάσταση την οποία παραλάβαμε τον Ιούλιο του 2019. Το πρόγραμμα αναβάθμισης των F-16 σε Viper, ένα πρόγραμμα το οποίο είχε υπογραφεί από την προηγούμενη κυβέρνηση, ουσιαστικά καρκινοβατούσε, και με σημαντικές παρεμβάσεις οι οποίες έγιναν στην ελληνική αμυντική βιομηχανία, «τρέχει» πια με πολύ ικανοποιητικούς ρυθμούς και είμαστε αρκετά σίγουροι ότι θα ολοκληρωθεί εντός των συμφωνημένων χρονοδιαγραμμάτων. Έχουμε πια μία στρατηγική συμμαχία με το Ισραήλ ως προς την εκπαίδευση των Ικάρων μας, με το Κέντρο της Αεροπορικής Εκπαίδευσης στην Καλαμάτα όχι απλά να λειτουργεί για να καλύψει τις ανάγκες της Ελληνικής Αεροπορίας, αλλά ταυτόχρονα να είναι σε θέση και να εκπαιδεύει και πιλότους από άλλες Αεροπορίες, όπως ακριβώς είχε σχεδιαστεί. Και βέβαια, θέλω να σταθώ ιδιαίτερα στη φροντίδα, στη μέριμνα την οποία δείξαμε για τα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων. Για πρώτη φορά μετά από 14 χρόνια είδαν αυξήσεις στον μισθό και στα επιδόματά τους. Παρουσιάστηκε από τον Υπουργό Εθνικής Άμυνας όχι το νέο μισθολόγιο μόνο των Ενόπλων Δυνάμεων, αλλά μια διαφορετική φιλοσοφία για το πώς από εδώ και στο εξής θα διαχωρίσουμε το βαθμολόγιο από το μισθολόγιο και θα μπορέσουμε να αμείβουμε τα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων με έναν τέτοιο τρόπο που να αντιστοιχεί στις υπηρεσίες που προσφέρουν στην πατρίδα. Αλλά ταυτόχρονα το μισθολόγιο των στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων να είναι αρκετό για να μπορούμε να προσελκύσουμε νέα παιδιά στις παραγωγικές σχολές των Ενόπλων Δυνάμεων, στις στρατιωτικές σχολές. Για τον απλούστατο λόγο ότι είχαμε ένα αντικειμενικό πρόβλημα σήμερα ως προς το ενδιαφέρον των 18χρονων να οραματιστούν μια καριέρα στις Ένοπλες Δυνάμεις. Αυτός ήταν και ο βασικός λόγος που οι ανακοινώσεις αυτές έγιναν τώρα, ώστε να μπορούμε να προφτάσουμε και τις δηλώσεις οι οποίες θα γίνουν στα μηχανογραφικά, και όχι όπως γίνεται συνήθως, στη Διεθνή Έκθεση της Θεσσαλονίκης. Και βέβαια, θέλω να τονίσω ότι αυτές οι αυξήσεις, οι οποίες είναι ήδη συμφωνημένες, δίνονται ουσιαστικά σε τρεις διαφορετικές φάσεις: τα 30 ευρώ τα οποία ενσωματώθηκαν ήδη από την αύξηση του κατώτατου μισθού από την 1η Απριλίου, από χθες δηλαδή, τα 100 ευρώ τα οποία αφορούν όχι μόνο τα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων αλλά και τα στελέχη των Σωμάτων Ασφαλείας, τα οποία θα δοθούν την 1η Ιουλίου, και προφανώς, οι συμφωνημένες αυξήσεις που ουσιαστικά αφορούν την περίοδο από το 2026 και μετά για τα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων οι οποίες έχουν ήδη ανακοινωθεί. Και σε όσους εξέφρασαν, θα έλεγα, και έναν δικαιολογημένο προβληματισμό για το τι συμβαίνει με τα Σώματα Ασφαλείας, πέραν των αυξήσεων που έχουμε ήδη ανακοινώσει, θέλω να επαναλάβω ότι αυτή η κυβέρνηση έχει αποδείξει τη διαχρονική μας στήριξη, όχι μόνο στα Σώματα Ασφαλείας, στην κοινωνία συνολικά αλλά και σε κάθε ξεχωριστή κατηγορία. Κάτι το οποίο θα φανεί μετά βεβαιότητας και στις οικονομικές επιλογές που θα αναπτύξουμε στην επόμενη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης. Όμως, ένα είναι βέβαιο, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι: θα παραμείνουμε υπεύθυνοι και δεν πρόκειται αυτή η κυβέρνηση σε καμία περίπτωση να υποταχθεί σε ένα καταστροφικό σπιράλ παροχολογίας. Η δημοσιονομική υπευθυνότητα και σοβαρότητα είναι το θεμέλιο πάνω στο οποίο χτίζουμε όλες τις πολιτικές μας. Και αυτή η δημοσιονομική υπευθυνότητα σε καμία περίπτωση δεν πρόκειται να τεθεί σε αμφισβήτηση. Έχουμε αποδείξει, πιστεύω, ότι όταν η οικονομία πηγαίνει καλύτερα από αυτό το οποίο κι εμείς περιμένουμε, έχουμε τρόπο να επιστρέφουμε αυτό το πλεόνασμα της ανάπτυξης πίσω σε κοινωνικές ομάδες, ανάλογα με τις προτεραιότητες που θέτουμε. Το ίδιο θα κάνουμε και τώρα. Θα το κάνουμε, όμως, στη σωστή ώρα και με την υπευθυνότητα που πάντα μας διακρίνει. Έρχομαι τώρα, κυρίες και κύριοι, στην παρουσίαση, σε αδρές γραμμές, του μακροπρόθεσμου προγραμματισμού των αμυντικών εξοπλισμών. Νομίζω ότι είναι απολύτως σαφές γιατί η χώρα μας χρειάζεται ένα τέτοιο μακροχρόνιο σχέδιο, το οποίο θα δίνει ορατότητα όχι μόνο στις Ένοπλες Δυνάμεις αλλά και στη αμυντική βιομηχανία, έτσι ώστε να μπορούμε να κάνουμε έναν προγραμματισμό με ορίζοντα τις ανάγκες του σήμερα αλλά επιχειρώντας να προβλέψουμε και ποιες θα είναι και οι ανάγκες και οι δυνατότητες του αύριο. Επιτρέψτε μου εδώ να μιλήσω για μία διαφορετική φιλοσοφία, πια, στον τρόπο με τον οποίο εγκρίνουμε τα εξοπλιστικά προγράμματα. Η αλήθεια είναι -το έχω συζητήσει εκτενώς με τον Υπουργό- ότι στο παρελθόν πολύ συχνά βάζαμε το κάρο μπροστά από το άλογο. Τι σημαίνει αυτό; Ερχόμασταν στη Βουλή παίρνοντας τις, θα έλεγα, επιθυμίες των Ενόπλων Δυνάμεων, εγκρίναμε σωρηδόν εξοπλιστικά προγράμματα, όταν αθροίζαμε το κόστος αυτών των εξοπλιστικών προγραμμάτων διαπιστώναμε ότι όλα αυτά δεν μπορούσαν, ουσιαστικά, να υλοποιηθούν, και το αποτέλεσμα ήταν ότι ουσιαστικά είχαμε ένα τυπικό σχεδιασμό στα χαρτιά, ο οποίος ξεπερνούσε κατά πολύ, όμως, τις πραγματικές δημοσιονομικές δυνατότητες της χώρας. Τώρα κάνουμε κάτι διαφορετικό. Ο Υπουργός Άμυνας γνωρίζει ότι για την περίοδο του προγράμματος έχει στη διάθεσή του 25 δισεκατομμύρια ευρώ, ένα σημαντικότατο ποσό μέσα στο οποίο πρέπει με τη σειρά του να προτεραιοποιήσει και να χωρέσει εκείνες τις επιλογές οι οποίες πραγματικά είναι κρίσιμες και απαραίτητες, λαμβάνοντας πάντα υπόψη τις εισηγήσεις των Γενικών Επιτελείων. Και στη συνέχεια να έρθει στη Βουλή, να πάει στην Επιτροπή Εξοπλισμών, ώστε αυτά να εγκριθούν και από το Ελληνικό Κοινοβούλιο. Ποια είναι, λοιπόν, η φιλοσοφία αυτού του νέου προγράμματος για το οποίο ο Υπουργός θα μιλήσει πολύ πιο αναλυτικά, προφανώς γιατί αφορά και σε διαβαθμισμένες πληροφορίες. Εγώ θέλω σήμερα να περιγράψω και να επιχειρήσω μαζί σας να συμφωνήσουμε στη βασική του φιλοσοφία. Η βασική του φιλοσοφία, λοιπόν, έχει πρώτα και πάνω απ’ όλα να κάνει με την ενσωμάτωση των νέων αμυντικών τεχνολογιών και του τρόπου με τον οποίο ουσιαστικά βλέπουμε στην πράξη ότι αλλάζει το θέατρο των επιχειρήσεων. Από την Ουκρανία μέχρι αυτά τα οποία συμβαίνουν στην Μέση Ανατολή, έχουμε πια να κάνουμε με έναν διαφορετικό πόλεμο από αυτόν τον οποίο γνωρίζαμε τουλάχιστον, ή αυτόν τον οποίο, ενδεχομένως, οι Ένοπλές μας Δυνάμεις ήταν έτοιμες να διεξάγουν. Μη επανδρωμένα οχήματα, περιπλανώμενα πυρομαχικά, drone και anti-drone μέθοδοι πολέμου, συστηματικότατη αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης, έμφαση στην κυβερνοάμυνα αλλά και στην κυβερνοεπίθεση, όλες αυτές είναι τεχνολογίες οι οποίες πια πρέπει να ενσωματωθούν στον μακροχρόνιο σχεδιασμό των Ενόπλων Δυνάμεων. Διότι πια δεν αρκεί μόνο να εστιαζόμαστε στις ακριβές πλατφόρμες, στις φρεγάτες Belh@rra, στα 20+20 F-35 τα οποία η χώρα μας θα αποκτήσει. Αυτά είναι πολύ σημαντικά και δαπανηρά οπλικά συστήματα, πρέπει να συνοδεύονται, όμως, από επενδύσεις οι οποίες θα συμπληρώνουν αυτές τις μεγάλες πλατφόρμες με νέα, ευέλικτα οπλικά συστήματα, τα οποία μπορούν διαρκώς να προσαρμόζονται, να αναβαθμίζονται και να βελτιώνονται. Αυτό, εξάλλου, μας έχει δείξει και η εμπειρία του πολέμου στην Ουκρανία, την οποία -όχι μόνο εμείς- μελετάμε και φροντίζουμε να ενσωματώσουμε σε κάθε επιλογή μας. Κατά συνέπεια, η τεχνολογική υπεροχή είναι αναμφισβήτητα ένα σημαντικό συστατικό των προτάσεων για τις οποίες σήμερα συζητούμε. Η δεύτερη σημαντική παράμετρος, η οποία πια σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αγνοηθεί, είναι η εγχώρια προστιθέμενη αξία. Η αλήθεια είναι ότι στο παρελθόν η χώρα μας έχει δαπανήσει δεκάδες δισεκατομμύρια σε πανάκριβα οπλικά συστήματα, χωρίς να μπορέσει ουσιαστικά να «χτίσει» και να εισπράξει από αυτές τις προμήθειες το αντισταθμιστικό όφελος για να μπορέσει να «χτίσει» μια εύρωστη, μία δυναμική εγχώρια αμυντική βιομηχανία. Θα έλεγα το αντίθετο μάλιστα, επειδή τα αντισταθμιστικά είναι ταυτισμένα στη συνείδηση της κοινής γνώμης με άλλου είδους παροχές -αποτελούν από τη φύση τους και έναν απαρχαιωμένο όρο- σήμερα πρέπει να μιλάμε για ελληνική προστιθέμενη αξία. Για τη συμμετοχή, δηλαδή, της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας σε όλα τα προγράμματα τα οποία το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας θα δρομολογήσει τα επόμενα χρόνια. Αυτός πια είναι ένας απαράβατος όρος προκειμένου να μπορούμε να προχωρήσουμε σε οποιαδήποτε μεγάλη αμυντική επένδυση. Πάρτε για παράδειγμα το πιο εμβληματικό ίσως από τα έργα τα οποία δρομολογεί το Υπουργείο, που δεν είναι άλλο από αυτό το οποίο έχουμε ονομάσει «Ασπίδα του Αχιλλέα». Τι είναι αυτό; Ένας θόλος ουσιαστικά, ο οποίος συνδυάζει τα υφιστάμενα υπάρχοντα μέσα αεράμυνας με νέες δυνατότητες, που θα μπορεί να μας προστατεύει σε πέντε επίπεδα: αντιπυραυλικά -αντιβαλλιστικά δηλαδή-, αντιαεροπορικά, αντιπλοϊκά, ανθυποβρυχιακά, αλλά και anti-drone. Αυτό το σημαντικότατο έργο, που αποτελεί ίσως τη μεγαλύτερη επένδυση την οποία θα κάνουμε τα επόμενα χρόνια, είναι απαραίτητο να μπορεί να συμπεριλαμβάνει και εγχώρια προστιθέμενη αξία. Υπάρχουν σήμερα ελληνικές βιομηχανίες, ελληνικές εταιρείες, οι οποίες έχουν τη δυνατότητα να παίξουν αυτό τον ρόλο, αρκεί να μπορέσουμε να τους δώσουμε αυτή τη δυνατότητα. Δεν αναφέρομαι μόνο στις κρατικές εταιρείες, στην ΕΑΒ και στα ΕΑΣ, αλλά και σε πολλές εταιρείες του ιδιωτικού τομέα οι οποίες αναπτύσσονται με ταχύτητα, διαβλέποντας το κενό στην ευρωπαϊκή αγορά και την ανάγκη να μπορούμε να παρέχουμε σύγχρονες τεχνολογικές λύσεις που δεν θα καλύπτουν μόνο τις ανάγκες της πατρίδας μας, αλλά θα μπορούν, ενδεχομένως, να εξαχθούν και σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες. Η Ευρώπη σήμερα -πρέπει να το αντιληφθούμε- έχει ένα μεγάλο παραγωγικό κενό όσον αφορά στην άμυνα. Αν, παραδείγματος χάρη, θέλουμε να μιλήσουμε για αντιπυραυλική προστασία, η Ελλάδα είναι μία από τις χώρες που διαθέτει αμερικανικά συστήματα Patriot, αλλά αν θέλουμε να πάμε να αγοράσουμε νέα συστήματα Patriot, πιστεύω -θα με διορθώσει ο Υπουργός- ότι θα χρειαστούμε τέσσερα με πέντε χρόνια για να μπορέσουμε να προμηθευτούμε ένα τέτοιο σύστημα, πολύ απλά γιατί δεν υπάρχει η παραγωγική δυνατότητα. Οι ευρωπαϊκές δυνατότητες είναι περιορισμένες, το Ισραήλ είναι μία χώρα με την οποία έχουμε μία στρατηγική συμμαχία και ενδεχομένως μπορεί πιο γρήγορα να μας παρέχει τέτοιες δυνατότητες. Αν, όμως, τα συστήματα αυτά κατασκευάζονται και στην Ελλάδα, αυτό μας δίνει άλλες δυνατότητες να μπορούν οι ελληνικές εταιρείες να διεκδικήσουν τέτοιου είδους προμήθειες και από άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Μιλάμε, λοιπόν, για μία τελείως διαφορετική φιλοσοφία στον τρόπο με τον οποίον θέλουμε να αναπτύξουμε την ελληνική αμυντική βιομηχανία. Και βέβαια, θέλω να συγχαρώ το Υπουργείο για το γεγονός ότι μέσα από το ΕΛΚΑΚ, το Ελληνικό Κέντρο Ανάπτυξης και Καινοτομίας, ήδη γίνονται κάποια σημαντικά πρώτα βήματα για το πώς θα μπορέσουμε να αναπτύξουμε το οικοσύστημα των νεοφυών επιχειρήσεων γύρω από την άμυνα. Διότι σήμερα, όπως σας είπα, δεν είναι μόνο οι μεγάλες αμυντικές βιομηχανίες αυτού του κόσμου που πρωταγωνιστούν σε αυτό το νέο θέατρο πολεμικών επιχειρήσεων και στις προμήθειες που χρειάζονται για να καλύψουν τις ανάγκες των κρατών μελών. Πολλές νεοφυείς επιχειρήσεις έχουν τη δυνατότητα να παίξουν αυτό τον ρόλο, αξιοποιώντας ειδικά την τεχνητή νοημοσύνη, για να παρέχουν τέτοιου είδους φτηνές λύσεις σε χώρες οι οποίες θα είναι διατεθειμένες να μπορέσουν να συνάψουν τέτοια συμβόλαια. Το anti-drone σύστημα «Κένταυρος», το οποίο ήδη έχει τοποθετηθεί σε ελληνικά πλοία, είναι ακριβώς ένα τέτοιο παράδειγμα του τι μπορούμε να πετύχουμε στην πατρίδα μας, τι μπορούν να πετύχουν οι Έλληνες μηχανικοί, οι Έλληνες επιχειρηματίες και πώς μπορούμε να συνεργαστούμε, ελληνικό κράτος – Υπουργείο Εθνικής Άμυνας με αυτό το οικοσύστημα νεοφυών επιχειρήσεων που θέλει ουσιαστικά να επενδύσει στον τομέα της άμυνας. Ο τρίτος άξονας, για τον οποίον μίλησα ήδη, που διαπνέει τη φιλοσοφία αυτού του μακροπρόθεσμου εξοπλιστικού προγράμματος, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, αφορά στη διαρκή υποστήριξη των συστημάτων τα οποία έχουμε ήδη προμηθευτεί. Ακούγεται πάρα πολύ ελκυστικό και πολιτικά ωραίο να αγοράζουμε, να προμηθευόμαστε καινούργια οπλικά συστήματα, όμως γνωρίζουμε ότι τα συστήματα αυτά είναι εξαιρετικά ακριβά και πολυδάπανα κι αν δεν έχουμε φροντίσει από τώρα για τη συντήρησή τους, δύο πράγματα μπορεί να συμβούν: είτε θα βρεθούμε μπροστά σε δυσάρεστες δημοσιονομικές εκπλήξεις στο μέλλον, κάτι το οποίο δεν είμαστε διατεθειμένοι να κάνουμε, είτε να καταλήξουμε να έχουμε οπλικά συστήματα τα οποία θα λειτουργούν για λίγα χρόνια και μετά θα περιέρχονται σε απραξία. Αυτό δεν πρόκειται να το επιτρέψουμε. Γι’ αυτό κι ένα σημαντικό κομμάτι του προϋπολογισμού του Υπουργείου κατευθύνεται ακριβώς σε τέτοιου είδους υποστηρικτικές δράσεις, «follow on support», ακριβές από τη φύση τους, γιατί αυτή είναι η μορφή αυτών των συμβάσεων υποστήριξης, πλην όμως απολύτως απαραίτητων. Επιδεικνύουμε έτσι και τον στοιχειώδη σεβασμό στα χρήματα των Ελλήνων φορολογουμένων, τα οποία δαπανήθηκαν για πανάκριβα εξοπλιστικά προγράμματα. Επαναλαμβάνω: δεν είναι αυτά τα οποία πάντα προσελκύουν τα φώτα της δημοσιότητας, είναι όμως μια απαραίτητη επένδυση στην επιχειρησιακή επάρκεια των Ενόπλων Δυνάμεων και στην αύξηση της διαθεσιμότητας όλων των μέσων τα οποία διαθέτουμε. Θέλω, επίσης, να επαναλάβω την υποστήριξή μου στη δύσκολη πολιτικά πρωτοβουλία του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας για την αναδιάταξη των δυνάμεών μας, έτσι ώστε να μπορούμε να έχουμε εκείνες τις δυνάμεις εκεί όπου πρέπει να τις έχουμε και να έχουμε ικανοποιητικές διαθεσιμότητες σε εκείνες τις μονάδες οι οποίες είναι απολύτως κρίσιμες. Καταλαβαίνω γιατί αυτό μερικές φορές μπορεί να προκαλεί μια μικρή αναταραχή στις τοπικές κοινωνίες, είναι μια πρωτοβουλία, όμως, απολύτως απαραίτητη για τον νέο Στρατό, για το νέο Ναυτικό, για τη νέα Αεροπορία την οποία οραματιζόμαστε και μια πρωτοβουλία την οποία στηρίζω απόλυτα. Κύριε Πρόεδρε, για να ολοκληρώσω, οι καιροί, όπως μίλησα στην εισαγωγή μου, αλλάζουν, και αλλάζουν δραματικά. Έχουμε ένα χρέος να συμβαδίζουμε με τα προτάγματά τους. Πολύ περισσότερο καθώς είμαστε μια χώρα που μπορεί να είναι μικρή σε έκταση αλλά είναι πολύ μεγάλη σε γεωπολιτική σημασία. Κυρίως, όμως, είναι μια χώρα με μεγαλύτερες φιλοδοξίες -τονίζω- όχι επιθετικές αλλά σταθερά αποτρεπτικές. Γιατί σε μια ασταθή διεθνή συγκυρία, οφείλουμε να διατηρήσουμε την εσωτερική μας σταθερότητα εδραιωμένοι στην εθνική μας κυριαρχία. Και έτσι, η αμυντική μας πολιτική αποκτά τόσο υπαρξιακά όσο και αναπτυξιακά χαρακτηριστικά. Όπως είπα στην αρχή, δεν μπορεί να υπάρξει ευημερία χωρίς ασφάλεια και κυριαρχία. Όπως και δεν μπορεί να υπάρχει ασφάλεια, χωρίς χρηματοδότηση από μία δυναμική οικονομία. Θα ήταν αδύνατον να μπορέσουμε να εξασφαλίσουμε στο Υπουργείο Εθνικής Άμυνας τους πόρους που σήμερα έχει στη διάθεσή του για να κάνει αυτόν τον μακροχρόνιο σχεδιασμό, εάν δεν είχε αναταχθεί πλήρως η δημοσιονομική εικόνα της χώρας, αν η οικονομία μας δεν αναπτυσσόταν έτσι όπως αναπτύσσεται και αν δεν είχαμε πια κερδίσει τη δημοσιονομική σταθερότητα η οποία αποτελούσε πάντα το ζητούμενο για την πατρίδα μας τα δύσκολα χρόνια της κρίσης. Και βέβαια, αυτό το οποίο άλλοτε αποκαλούσαμε «άμυνα», σημαίνει πολλά περισσότερα από τη φύλαξη των συνόρων. Περιλαμβάνονται πλέον σε αυτό πολύπλευρες υβριδικές απειλές, είτε αυτές έχουν τη μορφή οργανωμένων μεταναστευτικών ροών είτε έχουν την μορφή κυβερνοεπιθέσεων είτε τη μορφή εκστρατειών παραπληροφόρησης, με συχνό στόχο τη χειραγώγηση των πολιτών μιας κοινωνίας. Γι’ αυτό και έχει μια σημασία ότι την επιτελική ευθύνη για την παρακολούθηση αυτών των σύνθετων υβριδικών απειλών, δίπλα στο Υπουργείο Εθνικής Άμυνας, θα την έχει και η Γραμματεία Εθνικής Ασφάλειας, αναβαθμίζοντας τον Σύμβουλο Εθνικής Ασφάλειας ουσιαστικά σε μία μικρή, ευέλικτη αλλά οργανωμένη δομή υπό την προσωπική μου παρακολούθηση. Σκοπός μας είναι στη διάρκεια των επόμενων ετών η Ελλάδα πια να μπορεί να διαθέτει ένα από τα πιο προηγμένα αμυντικά συστήματα της Ευρώπης στην πράξη, ως μέρος, σαφώς, της Ατλαντικής Συμμαχίας. Είμαστε χώρα μέλος του ΝΑΤΟ, τιμούμε τις συμμαχίες μας. Όπως έχω πει σε αυτή την αίθουσα έχουμε μία στρατηγική συμμαχία με τις Ηνωμένες Πολιτείες, την οποία και θα τιμήσουμε, αλλά ταυτόχρονα είμαστε χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η Ελλάδα θα μπορέσει να αποτελέσει έναν κεντρικό βραχίονα της ευρωπαϊκής στρατηγικής άμυνας στον 21ο αιώνα. Εξάλλου, η Ελλάδα ήταν μία χώρα που πάντα δαπανούσε -και τις δύσκολες εποχές- άνω του 2% του ΑΕΠ της για επενδύσεις στην άμυνα. Σήμερα είμαστε πολύ πάνω από το όριο αυτό και προφανώς αυτή η δυνατότητά μας να δαπανούμε περισσότερο στην άμυνα, μας καθιστά και κρίσιμους παίκτες σε αυτή τη συζήτηση για τη νέα ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική άμυνας. Αυτός ο μακροχρόνιος προγραμματισμός, λοιπόν, και να κλείσω με αυτό, προφανώς δεν μπορεί να αποτελεί μόνο υπόθεση μιας παράταξης. Είναι εθνικά αναγκαίο να εδράζεται στον κοινό παρονομαστή μιας στοιχειώδους -εκεί τουλάχιστον μπορεί να επιτευχθεί- εθνικής συνεννόησης. Είναι ενδιαφέρον ότι στον κρίσιμο τομέα αυτόν δεν έχω δει ουσιαστικές προτάσεις από τα κόμματα της αντιπολίτευσης. Θα αναμένω με ενδιαφέρον τη σημερινή συζήτηση, έτσι ώστε να επιχειρήσουμε τουλάχιστον να καταλήξουμε σε κάποιες συνθέσεις, οι οποίες θα είναι και εθνικά επωφελείς. Εμείς καταθέτουμε τους βασικούς άξονες του δικού μας σχεδίου. Όπως είπα, τις αμέσως επόμενες μέρες ο Υπουργός στην αρμόδια Επιτροπή θα μιλήσει πολύ πιο αναλυτικά για τους άξονες αυτού του προγράμματος, ενός προγράμματος το οποίο ουσιαστικά βάζει τη χώρα στο δικό μας πατριωτικό μονοπάτι της ευθύνης, της αυτοπεποίθησης, της αποφασιστικότητας. Όταν ο Θουκυδίδης έγραφε «οι καιροί ου μενετοί», αναφερόταν στον πόλεμο. Το ίδιο, όμως, ισχύει και στην ειρήνη. Οι περιστάσεις δεν περιμένουν. Οφείλουμε να τις αδράξουμε, αναλαμβάνοντας το τίμημα και το κόστος της ελευθερίας και της κυριαρχίας, προκειμένου η Ελλάδα να παραμείνει ισχυρή σε έναν αβέβαιο πλανήτη. Αλλά να συνεχίσει και απρόσκοπτα την πορεία της προς την πρόοδο, τιμώντας με αυτόν τον τρόπο το ένδοξο παρελθόν της, διασφαλίζοντας το παρόν και χτίζοντας ένα πιο αισιόδοξο, ένα πιο ασφαλές μέλλον. Σας ευχαριστώ. Δείτε το βίντεο: www.youtube.com/live/tXflA2hnCFc