Τετάρτη 09 Σεπτεμβρίου 2026 14:18 Πολιτική Επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας: Να ενταχθούν οι 15 Γεωπόνοι ΤΕ των Δασικών Υπηρεσιών Με Κοινοβουλευτική Ερώτησή του προς τους Υπουργούς Περιβάλλοντος και Ενέργειας Σταύρο Παπασταύρου και Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κυριάκο Πιερρακάκη, ο Λευτέρης Αυγενάκης ζητά την αποκατάσταση της άνισης μεταχείρισης μιας εξαιρετικά περιορισμένης ομάδας εργαζομένων. Την ανάγκη να συμπεριληφθούν ρητά στους δικαιούχους του επιδόματος επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας οι Γεωπόνοι ΤΕ που υπηρετούν στις Δασικές Υπηρεσίες και ασκούν καθήκοντα δασοπροστασίας στο πεδίο αναδεικνύει με Κοινοβουλευτική Ερώτησή του ο πρ. Υπουργός και Βουλευτής Ηρακλείου Λευτέρης Αυγενάκης. Η παρέμβαση αφορά μόλις 15 υπαλλήλους σε ολόκληρη τη χώρα, οι οποίοι καλούνται να ανταποκριθούν σε καθήκοντα δασικού αντικειμένου και να εργαστούν στην ύπαιθρο, υπό συνθήκες αντίστοιχες με εκείνες άλλων ειδικοτήτων που ήδη λαμβάνουν το σχετικό επίδομα. Τι προβλέπει το ισχύον πλαίσιο Με την υπ’ αριθμ. οικ. 2/50375/ΔΕΠ Κοινή Υπουργική Απόφαση, η οποία δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Β΄ 5190/13.09.2024, καθορίστηκαν οι κατηγορίες των υπαλλήλων της Γενικής Γραμματείας Δασών που δικαιούνται το μηνιαίο επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας. Το ύψος του επιδόματος ανέρχεται: στα 150 ευρώ για τους δικαιούχους της πρώτης κατηγορίας, στα 105 ευρώ για τους δικαιούχους της δεύτερης κατηγορίας. Στην πρώτη κατηγορία έχουν συμπεριληφθεί, μεταξύ άλλων, οι ΠΕ Γεωτεχνικών, ειδικότητας Γεωπόνων, καθώς και ειδικότητες της κατηγορίας ΤΕ που συνδέονται με τη Δασοπονία. Ωστόσο, δεν προβλέφθηκε αντίστοιχη ρητή ένταξη των Γεωπόνων ΤΕ που υπηρετούν στις Δασικές Υπηρεσίες, παρότι ασκούν στην πράξη δασικό αντικείμενο και καθήκοντα στο πεδίο. Κριτήριο τα πραγματικά ασκούμενα καθήκοντα Η καταβολή του συγκεκριμένου επιδόματος δεν συνδέεται μόνο με τον τυπικό τίτλο μιας ειδικότητας, αλλά και με τις πραγματικές συνθήκες άσκησης των καθηκόντων κάθε εργαζομένου. Αυτό αποσαφηνίστηκε και με την υπ’ αριθ. ΥΠΕΝ/ΔΠΔΠ/113541/5639/18.10.2024 εγκύκλιο του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας για την ενιαία εφαρμογή της σχετικής ΚΥΑ. Στην εγκύκλιο διευκρινίζεται ότι η καταβολή του επιδόματος είναι άμεσα συνδεδεμένη με την άσκηση καθηκόντων δασοπροστασίας στην ύπαιθρο. Επισημαίνεται, επίσης, ότι το Υπουργείο βρίσκεται σε συνεργασία με το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, ώστε οι κατηγορίες, οι κλάδοι και οι ειδικότητες που εμπίπτουν στην έννοια του «δασικού υπαλλήλου» και ασκούν καθημερινά καθήκοντα δασοπροστασίας να ενταχθούν στους δικαιούχους. Παράλληλα, η ίδια η ΚΥΑ προβλέπει ότι το επίδομα καταβάλλεται στο προσωπικό που απασχολείται πλήρως και αποκλειστικά σε θέσεις και ειδικότητες οι οποίες δικαιολογούν τη χορήγησή του, ενώ εξαιρεί όσους ασκούν αποκλειστικά διοικητικά καθήκοντα. Εύλογο αίτημα ίσης μεταχείρισης Με βάση τα παραπάνω, προκύπτει εύλογος προβληματισμός για τη διαφορετική αντιμετώπιση μεταξύ των Γεωπόνων ΠΕ, οι οποίοι έχουν ήδη ενταχθεί στους δικαιούχους, και των Γεωπόνων ΤΕ που υπηρετούν στις ίδιες Δασικές Υπηρεσίες και επιτελούν συναφές έργο υπό αντίστοιχες συνθήκες. Η αντιμετώπιση της συγκεκριμένης εκκρεμότητας κρίνεται εύλογη, καθώς αφορά μόλις 15 εργαζομένους πανελλαδικά και αποσκοπεί στη διασφάλιση της ίσης μεταχείρισης του προσωπικού με βάση τα πραγματικά καθήκοντα και τους κινδύνους που συνεπάγεται η εργασία δασοπροστασίας στο πεδίο. Πρόκειται, επομένως, για μία στοχευμένη θεσμική παρέμβαση, ώστε η χορήγηση του επιδόματος να ανταποκρίνεται με συνέπεια στις πραγματικές συνθήκες εργασίας. Τα ερωτήματα προς τους αρμόδιους Υπουργούς Με την Κοινοβουλευτική του Ερώτηση, ο Λευτέρης Αυγενάκης ζητά από τους αρμόδιους Υπουργούς να διευκρινίσουν: εάν προτίθενται να προχωρήσουν στην αναγκαία τροποποίηση του ισχύοντος θεσμικού πλαισίου, ώστε να συμπεριληφθούν ρητά στους δικαιούχους του επιδόματος οι Γεωπόνοι ΤΕ που υπηρετούν στις Δασικές Υπηρεσίες και ασκούν δασικό αντικείμενο στο πεδίο, σε ποιο χρονικό ορίζοντα αναμένεται να προωθηθεί η σχετική ρύθμιση, δεδομένου ότι αφορά μόλις 15 εργαζομένους σε ολόκληρη τη χώρα. Στόχος της κοινοβουλευτικής παρέμβασης είναι να αποκατασταθεί μια συγκεκριμένη εκκρεμότητα και να διασφαλιστεί ότι υπάλληλοι οι οποίοι επιτελούν συναφές έργο, υπό αντίστοιχες συνθήκες και με την ίδια έκθεση στους κινδύνους της εργασίας στο πεδίο, θα αντιμετωπίζονται ισότιμα.